And God Created Woman – Roger Vadim (1956) [Κριτική]


Η Ζυλιέτ Αρντί είναι μια νεαρή ανέμελη κοπέλα στο απόγειο της ομορφιάς της. Οι τρόποι της σκανδαλίζουν τη μικρή επαρχιακή πόλη όπου ζει υιοθετημένη. Μαθαίνει τυχαία ότι ο Αντουάν, ο άντρας που αγαπά, την βλέπει σαν μια περαστική περιπέτεια αλλά είναι έτοιμη να τον ακολουθήσει στην πόλη. Εκείνος την αγνοεί και λίγο αργότερα υπό την απειλή της θετής της μητέρας, ότι θα την στείλει πίσω στο ορφανοτροφείο, παντρεύεται τον μικρότερο αδερφό του Αντουάν, Μισέλ. Το νεαρό ζευγάρι θα γνωρίσει για λίγο την ευτυχία αλλά όταν ο Αντουάν επιστρέφει στο πατρικό σπίτι η κατάσταση θα παρεκτραπεί…

Ο Βαντίμ οριοθέτησε με τα παρακάτω λόγια τον χαρακτήρα της Μπαρντό, στην ταινία του: «Ήθελα διαμέσου της Μπριζίτ, να αναπαραστήσω το κλίμα της εποχής, η Ζυλιέτ είναι ένα κορίτσι των καιρών της, που αποτινάσσει κάθε συναίσθημα ενοχής, κάθε ταμπού που της επιβάλλει η κοινωνία και της οποίας η σεξουαλικότητα είναι παντελώς απελευθερωμένη. Στην προπολεμική λογοτεχνία και τα φιλμ, θα την είχαν χαρακτηρίσει πόρνη. Στην εν λόγω ταινία, είναι μια πολύ νέα γυναίκα, γενναιόδωρη, καμιά φορά ανισόρροπη, και τελικά ασυγκράτητη, που δεν έχει καμιά άλλη δικαιολογία παρά τη γενναιοδωρία της».

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις αίθουσες της Γαλλίας στις 28 Νοεμβρίου του 1956 και προκάλεσε αίσθηση τόσο για τη θεματολογία της όσο και για την ίδια την πρωταγωνίστριά της. Την επόμενη χρονιά προβάλλεται στις Η.Π.Α. και λογοκρίνεται, ενώ γίνεται αντικείμενο κατακραυγής και αφορισμών από καθολικές οργανώσεις. Θεωρείται αναμφίβολα ως η ταινία που έκανε τη Μπαρντό σταρ παγκόσμιας ακτινοβολίας και παράλληλα καθιέρωσε την εικόνα της λιγάκι αφελούς, πολύ προκλητικής και απελευθερωμένης γατούλας του σεξ. Παράλληλα οι συμπρωταγωνιστές της, Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Κριστιάν Μαρκόν έγιναν, χάρη στην ταινία, αστέρια πρώτου μεγέθους. Ο σκηνοθέτης Ροζέ Βαντίμ, παντρεμένος ήδη με την Μπαρντό, γνώρισε την καταξίωση μέσα από το συγκεκριμένο φιλμ. Όμως, ο γάμος του ζευγαριού κατέρρευσε λίγο αργότερα, απόρροια της υστερίας και της φρενίτιδας που προκάλεσε στα μίντια της εποχής η εν λόγω ταινία.

Το φιλμ είναι γυρισμένο σχεδόν εξολοκλήρου στο Σαν-Τροπέ με ελάχιστα γυρίσματα εσωτερικού χώρου να έχουν γίνει στα Studios de la Victorine στη Νίκαια. Αξίζει να σημειώσουμε, ότι χρησιμοποιήθηκε 35άρι έγχρωμο φιλμ με Σινεμασκόπ και μονοφωνικό ήχο.

Ο Ροζέ Βαντίμ Πλεμιάνικοφ γεννήθηκε στο Παρίσι, στη Γαλλία, το 1928. Ο πατέρας του, Ιγκόρ Πλεμιάνικοφ, ήταν Λευκορώσος, εβραϊκής καταγωγής, που μετανάστευσε από την Ουκρανία το 1917 στη Γαλλία. Τελικά έγινε Γάλλος υπήκοος και μάλιστα, αντιπρόξενος της Γαλλίας στην Αίγυπτο. Η μητέρα του, Μαρία Αντουανέτα Αρντιλούς, ήταν Γαλλίδα ηθοποιός.

Το 1949, γνωρίζει τον σκηνοθέτη Μαρκ Αλεγκρέ (Marc Allégret), πλάι στον οποίο εργάστηκε ως συγγραφέας και βοηθός σκηνοθέτη. Την ίδια εποχή εργαζόταν και λίγες ώρες ως δημοσιογράφος για το περιοδικό Paris Match. Σκηνοθέτησε ταινίες, κυρίως αισθησιακές και έγραψε τα απομνημονεύματά του, τα οποία αναφέρονται στην ερωτική του ζωή, στους γάμους του και στη δυσκολία του να παραμείνει πιστός στις συντρόφους του.

Είναι αλήθεια, ότι τόσο στην επαγγελματική, όσο και στην προσωπική του ζωή, συναναστράφηκε με γυναίκες εξαιρετικής ομορφιάς, κάποιες από τις οποίες υπήρξαν μάλιστα και σύζυγοί του. Λάτρης του ωραίου φίλου, αλλά όχι ιδιαίτερα σταθερός στις σχέσεις του, γνώρισε και παντρεύτηκε τις: Μπριζίτ Μπαρντό, Ανέτ Στρόιμπεργκ (Annette Stroyberg), Τζέιν Φόντα (Jane Fonda), Κάθριν Σνάιντερ (Catherine Schneider) και τελευταία του γυναίκα υπήρξε η Μαρί Κριστίν Μπαρό (Marie-Christine Barrault).

Ωστόσο, στις ταινίες του εμφανίστηκαν και η Κατρίν Ντενέβ (Catherine Deneuve), η Άντζι Ντίκινσον (Angie Dickinson), η Ζαν Μορό (Jeanne Moreau) και η Σούζαν Σαράντον (Susan Sarandon). Ο Ροζέ Βαντίμ, έφυγε, στις 11 Φεβρουαρίου του 2000, σε νοσοκομείο στο Παρίσι, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του, στο Γαλλικό και παγκόσμιο Σινεμά.

Η Μπριζίτ Μπαρντό γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, στο νούμερο 5 της Πλατείας Βιολέ, στο 15ο διαμέρισμα της πόλης. Το 1950, σε ηλικία 15 ετών, γίνεται εξώφυλλο στο περιοδικό ELLE. Χάρις σε αυτό το εξώφυλλο, ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ την ξεχώρισε και της πρότεινε ένα ρόλο στην επόμενη ταινία του, «Les lauriers sont coupés». Η ταινία τελικά δε γυρίστηκε, μα χάρις σε αυτή την περίσταση η Μπριζίτ γνώρισε έναν νεαρό βοηθό, τον Ροζέ Βαντίμ. Από τότε οι δύο ερωτευμένοι, εκείνη μόλις 15 ετών, εκείνος περίπου 22, έγιναν αχώριστοι. Οι γονείς της δεν ενέκριναν σε καμία περίπτωση τη σχέση και προσπάθησαν, μάταια, να τους χωρίσουν.

Το 1952, ο σκηνοθέτης Ζαν Μπογιέ της προσέφερε ένα μικρό ρόλο, τον πρώτο της, στην ταινία «Le trou normand» με τον Μπουρβίλ. Λίγο αργότερα, ο Γουιλί Ροζιέ της προσφέρει το δεύτερο ρόλο της στην ταινία «Manina la fille sans voiles». Έχοντας φτάσει πλέον σε ηλικία 18 ετών, ο πατέρας της, δίνει τη συγκατάθεσή του για να παντρευτεί με τον Ροζέ Βαντίμ.

Το 1956, σε ηλικία 22 ετών, μπήκε για πάντα, στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου και έγινε διεθνές σύμβολο του σεξ, χάρις στο φιλμ του (τότε συζύγου της), Ροζέ Βαντίμ: «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα». Υποδύθηκε τη Ζυλιέτ Αρντί, απέναντι στους Κουρτ Γιούργκενς, Κριστιάν Μαρκάν και Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

Όταν κυκλοφόρησε στη Γαλλία, το φιλμ είχε μέτρια επιτυχία, αλλά το 1957, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση και ξεκίνησε μια αλυσίδα παθών και επιθέσεων, κυρίως από τη λογοκρισία, της εποχής. Απαγορεύτηκε η προβολή της σε μερικές Πολιτείες, αλλά παρ’ όλα αυτά, γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Η ταινία, δε στάθηκε όμως το ίδιο τυχερή για το ζευγάρι. Ροζέ Βαντίμ και Μπριζίτ Μπαρντό, χώρισαν λίγους μήνες μετά, με την Μπαρντό να εμφανίζεται στο πλάι του συμπρωταγωνιστή της, Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

Έκτοτε δημιουργείται ο μύθος της B.B.: ανοιχτόχρωμα ξανθά μαλλιά, πολύ μακριά, γεμάτα μπούκλες και σκάλες, ή ακόμη η διάσημη κόμμωση «choucroute» (ξινολάχανο). Μάτια τονισμένα με μαύρο eye-liner, κόκκινα χείλη ή ροζ οριοθετημένα με ένα ίχνος ασορτί κραγιόν. Ρούχα σέξυ και εφαρμοστά, ταγέρ, φούστες, φαρδιές ζώνες, μπαλαρίνες, τζιν, Τ-shirt, ή ακόμη το διάσημο μπικίνι που έκανε μόδα.

Το 1963, στα 27 της χρόνια, γυρίζει το κινηματογραφικό αριστούργημα, «Η Περιφρόνηση», του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, με τον Μισέλ Πικολί και τον Τζακ Πάλανς στο Κάπρι. Μαζί τους και ο μεγάλος Frintz Lang, πηγή έμπνευσης του Γκοντάρ, όπου εδώ υποδύεται τον εαυτό του. Στην εποχή της, η ταινία έγινε δεκτή με μεικτές κριτικές. Η ίδια ομολόγησε αργότερα πως ποτέ δεν κατάλαβε αληθινά το πνεύμα του Γκοντάρ, μα πως διασκέδασε κάνοντας την ταινία. Ο Πικολί είπε για τη Μπαρντό, πως από την αρχή του εγχειρήματος ήταν χαρούμενη που ένας μεγάλος σκηνοθέτης της ζήτησε να δουλέψουν μαζί, και πως γνώριζε καλά τι απαιτήσεις θα είχε από εκείνη. Αλλά πως την ίδια στιγμή υπήρχε κάτι το ανατρεπτικό στους τρόπους της, τη ραθυμία της, την ανυπαρξία ανάγκης να προσπαθήσει. Το 1970, ο Μισέλ Ντεβίλ την παρουσιάζει χαρωπή και δραστήρια στην ταινία «L’Ours et la Poupée» στο πλάι του Ζαν Πιερ Κασσέλ (πατέρα του ηθοποιού Βενσάν Κασέλ).

Το 1971, η Μπαρντό εμφανίζεται στην ταινία «Η λεωφόρος των λαθρεμπόρων», του Ρομπέρ Ενρικό με τον Λίνο Βεντούρα, η υπόθεση της οποίας εξελίσσεται στην περίοδο της ποτοαπαγόρευσης. Την ίδια χρονιά γυρίζει στο πλάι της Κλαούντια Καρντινάλε την ταινία «Les pétroleuses», του σκηνοθέτη Κριστιάν Ζακ, ένα κωμικό γουέστερν. Αυτές οι τρεις ταινίες ήταν οι τελευταίες κινηματογραφικές επιτυχίες της ηθοποιού. Το 1973, έχοντας ολοκληρώσει τα γυρίσματα για την τελευταία της ταινία, «L’Histoire très bonne et très joyeuse de Colinot trousse-chemise», της Νίνα Κομπανίζ, μετά από 21 χρόνια καριέρας, 50 ταινίες και 80 τραγούδια, μην αντέχοντας πλέον την υπερέκθεσή της στα μίντια και το ίδιο το σινεμά, η Μπριζίτ Μπαρντό αποσύρθηκε οριστικά από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Αποφάσισε να αφοσιωθεί πλέον σε ένα άλλο πάθος που είχε φωλιάσει μέσα της από καιρό, την υπεράσπιση των ζώων.

«Είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, έχω μια μύτη και ένα στόμα, έχω αισθήματα και σκέψεις, αλλά η ζωή μου γίνεται ανυπόφορη. Η ψυχή μου δεν μου ανήκει πια. Για μένα, το βεντετιλίκι είναι μια βιτρίνα. Δεν μπορώ να ζήσω όπως επιθυμώ. Η ύπαρξή μου είναι απλά υπόγεια. Ναι, θέλω να αισθανθώ το φρέσκο αέρα σπίτι μου, δεν μπορώ να ανοίξω το παράθυρο, γιατί θα υπάρχει ένας φωτογράφος καθισμένος στη στέγη απέναντι. Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή μου για τα οποία δεν μπορώ να πω ότι μου ανήκουν» Μπριζίτ Μπαρντό.

Έτος: 1956 | Xώρα: Γαλλία | Διάρκεια: 95 λεπτά | Σκηνοθεσία: Roger Vadim | Σενάριο: Roger Vadim, Raoul Lévy | Παίζουν: Brigitte Bardot, Curd Jürgens, Jean-Louis Trintignant.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s