Shanghai Express – Josef von Sternberg (1932) [Κριτική]


Κίνα, 1931. Είναι εποχή εμφυλίου πολέμου, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενδιαφέρει και πολύ τους επιβάτες του «Shanghai Express». Το πρόσωπο που κλέβει την παράσταση μέσα σε αυτό το τραίνο που κάνει το δρομολόγιο Σαγκάη – Πεκίνο είναι η λαμπερή Λίλι (Μάρλεν Ντίτριχ), γνωστή και ως Σανγκάη Λίλι, μια γυναίκα ελευθέρων ηθών που – φορώντας σαγηνευτικά φορέματα – προσελκύει πελάτες και έπειτα τους «εκμεταλλεύεται». Όσοι από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους βρίσκονται πάνω στο τραίνο την σνομπάρουν ή την μέμφονται, αλλά ο λοχαγός Χάρβεϊ (Κλάιβ Μπρούκ), γιατρός του βρεταννικού στρατού και επιβάτης του «Shanghai Express», είναι ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Οι δυο τους είχαν μια παλιά ερωτική σχέση, αλλά ο εγωισμός εμποδίζει την επανασύνδεσή τους. Όταν κάποια στιγμή το τραίνο καταλαμβάνεται από επαναστάτες, η αγάπη μεταξύ της Λίλι και του λοχαγού θα μπει σε νέα δοκιμασία…

Το γερμανικό δίδυμο Στέρνμπεργκ – Ντίτριχ, μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του «Γαλάζιου Αγγέλου», πραγματοποιεί (στις Η.Π.Α. αυτή τη φορά) την μεγαλύτερη ίσως εμπορική επιτυχία του. Ταινία που αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς της εποχής και μου βραβεύτηκε, εκτός των άλλων, με Όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας. Με φόντο την Κίνα, ως θέατρο ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, αλλά και μέρος που ένας δυνατός έρωτας δοκιμάζεται και προσπαθεί να αντεπεξέλθει, παρά τις αντιξοότητες. Ποιος θα καταφέρει άραγε να επιβιώσει από το επικίνδυνο ταξίδι με το Σανγκάη Εξπρές;

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30, μια περίοδο αστάθειας στην Κίνα, η οποία ταλανίζεται από εμφύλιες διαμάχες. Κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες λοιπόν ταξιδεύουν οι χαρακτήρες του φιλμ μας. Συγκεκριμένα, το «Shanghai Express» τοποθετεί τη δράση μέσα σε ένα τραίνο που κάνει το δρομολόγιο Πεκίνο – Σαγκάη.

Ο Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ, ως σκηνοθέτης, έμεινε στην ιστορία για τα «απαλά» πλάνα και για την ιδιαίτερη χρήση του φωτός στο γύρισμα. Ιδιαίτερα όμως είναι γνωστός ως αυτός που ανακάλυψε και έκανε μεγάλη σταρ την Μάρλεν Ντίτριχ.

Ο κατά κόσμον Γιόνας Στέρνμπεργκ ήταν γόνος μιας εβραϊκής οικογένειας της Βιέννης. Όταν ήταν δύο ετών οι γονείς του μετανάστευσαν στη Νέα Υόρκη, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του Μωυσής, αφού υπηρέτησε στον στρατό της Αυστροουγγαρίας, εργάστηκε στις Η.Π.Α. ως κατασκευαστής δαντελών. Ο Γιόζεφ από μικρός παρακολουθούσε κινηματογράφο και είχε ως ίνδαλμα τον Έριχ Φον Στροχάιμ, γεγονός που φαίνεται κυρίως στα πρώτα του βήματα.

Μέντοράς του, υπήρξε, ο σκηνοθέτης Emile Chautard, ο οποίος τον έκανε βοηθό του. Το 1925 ο Στέρνμπεργκ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (The Salvation Hunters). Αργότερα γνωρίστηκε με τον Τσάρλι Τσάπλιν και την Μέρι Πίκφορντ, οι οποίοι τον στήριξαν στις επόμενες ταινίες του. Το 1928 τον προσέλαβε η Paramount Pictures για να σκηνοθετήσει κάποιες γκακστερικές ταινίες, που είχαν εμπορική επιτυχία. Θέλοντας όμως να κάνει κάτι περισσότερο από αυτά, πήγε στη Γερμανία, πατρίδα του εξπρεσιονισμού στον κινηματογράφο.

Ο μεγάλος ηθοποιός Εμίλ Γιάνινγκς επιθυμούσε να τον σκηνοθετήσει ο Στέρνμπεργκ σε μια ομιλούσε ταινία κι έτσι άρχισε το 1929 να προετοιμάζεται ο «Γαλάζιος Άγγελος». Επέλεξε την Μάρλεν Ντίτριχ στο ρόλο της Λόλα – Λόλα και η επιτυχία ήταν τεράστια διεθνώς. Πήγαν μαζί στην Αμερική και καθιερώθηκαν ως καλλιτεχνικό ζευγάρι [Morocco (1930), Dishonored (1931), Shanghai Express (1932), Blonde Venus (1932), The Scarlet Empress (1934), and The Devil is a Woman (1935)] . Δυστυχώς, όταν χώρισε καλλιτεχνικά με τη μούσα του, η καριέρα του άρχισε να φθίνει και οι ταινίες του δεν είχαν την εμπορική απήχηση του παρελθόντος.

Ως γνωστόν, τo «Shanghai Express» είναι η τέταρτη ταινία (από τις επτά) που ο Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ είχε ως πρωταγωνίστρια την Μάρλεν Ντίτριχ. Η ταινία αυτή είναι μια επιστροφή του σκηνοθέτη στο είδος του ρομαντισμού. Ο Στέρνμπεργκ υπήρξε ένας βιρτουόζος της σκηνοθεσίας και το «Shanghai Express» θεωρείται δικαίως, αριστούργημα στον τομέα της φωτογραφίας και των φωτοσκιάσεων.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα συνέδεσε την σεναριακή πλοκή και τη δράση των χαρακτήρων, εμμένοντας στην εναλλαγή παρόντος-μέλλοντος, ώστε να δημιουργήσει ένα κλίμα film noir. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος, που γύριζε τις σκηνές του, κυρίως βράδυ. Όσον αφορά το σενάριο, οι έννοιες της πίστης και της αμφιβολίας εναλλάσσονται διαρκώς, όπως και η αντίθεση των κοινωνικών τάξεων που ταξιδεύουν στα βαγόνια του τραίνου.

Θα μπορούσε όμως η Ιστορία να είχε λησμονήσει τη συγκεκριμένη ταινία, αν δεν είχε για πρωταγωνίστρια, την θρυλική Μάρλεν Ντίτριχ…

Η Μαρία Μαγκνταλένε Ντίτριχ, προοριζόταν από την οικογένειά της, για μουσικός αλλά ένας τραυματισμός στο αριστερό της χέρι ανέτρεψε τα αρχικά σχέδιά της, αναγκάζοντάς την να διακόψει τις σπουδές της. Έτσι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Ως το 1927 ερμήνευε μικρούς ρόλους στο θέατρο, ενώ συμμετείχε και σε αρκετές βουβές ταινίες. Η τύχη της άλλαξε ριζικά το 1929, όταν ο σκηνοθέτης Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ που είχε έρθει από τις Η.Π.Α. για να γυρίσει γερμανόφωνη ταινία, την επέλεξε για τον ρόλο της Λόλα- Λόλα στην κλασσική ποια ταινία, «Γαλάζιος Άγγελος».

Η ταινία αυτή ήταν το διαβατήριό της προς τη δόξα και την καταξίωση. Θεωρώντας τον Στέρνμπεργκ μέντορά της, τον ακολούθησε στην Αμερική, όπου πρωταγωνίστησε σε έξι ακόμα ταινίες του. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τις: «Μαρόκο» (1930), «Sanghai Express» και «Ξανθή Αφροδύτη»(1932), που είναι ίσως οι σημαντικότερες από αυτές. Καθιέρωσε μέσα από τις ερμηνείες της ένα ανδρογυνικό στιλ που είναι και το βασικό της γνώρισμα. Ο Κένεθ Τίναν έγραψε γι’ αυτήν ότι «ο ανδρισμός της αγγίζει τις γυναίκες και η σεξουαλικότητά της τους άνδρες».

Το 1939 άλλαξε την υπηκοότητά της από γερμανική σε αμερικανική, εξοργίζοντας τους συμπατριώτες της. Όταν κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου φωτογραφήθηκε με αμερικανική στρατιωτική στολή, οι Γερμανοί δεν το ξέχασαν. Σε ένα ταξίδι της στο Βερολίνο to 1960 δεν εμφανίστηκε κανείς να την συναντήσει, ενώ παντού ήταν γραμμένη η λέξη «προδότρια»…

Ξαναφεύγει για την Αμερική, όπου το 1950, πρωταγωνίστησε στην ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ». Ένα χρόνο μετά ηχογράφησε στη Νέα Υόρκη τον πρώτο της δίσκο για την Columbia με τίτλο Marlene Dietrich Overseas.

Η τελευταία φορά που εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1978, στην ταινία του Ντέιβιντ Χέμινγκ με τίτλο «Ζιγκολό», μαζί με τον Ντέιβιντ Μπόουι. Το 1984 έκανε μεγάλη διεθνή επιτυχία το ντοκιμαντέρ του ηθοποιού Μαξιμίλαν Σέλ με θέμα την ίδια, όπου παραθέτει μια συνέντευξη 18 ωρών.

Χρόνια αργότερα, η φήμη της θα αποκατασταθεί και στη Γερμανία, όπου στο κεντρικό Μουσείο Κινηματογράφου του Βερολίνου, το αγαπημένο Filmhaus στην Potsdamer Platz (στην καρδιά του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Βερολίνου), υπάρχει μόνιμη έκθεση, με τα κουστούμια, αλλά και οπτικοακουστικό υλικό, από τις ταινίες της…

Έτος: 1932 | Xώρα: Η.Π.Α. | Διάρκεια: 80 λεπτά | Σκηνοθεσία: Josef von Sternberg | Σενάριο: Jules Furthman, Harry Hervey | Παίζουν: Marlene Dietrich, Clive Brook, Anna May Wong.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s